1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δαιμονίζομαι

δαιμονίζομαι

Word
δαιμονίζομαι (daimonizomai)
Gloss
  • am demon possessed
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 1139
Word Frequency
  • Byzantine NT: 13
  • Nestle 1904: 13
Syllables
δαι·μο·νί·ζο·μαι dai·mo·ni·zo·mai

Verb Forms

Present
Middle/Passive
δαιμονίζομαι
δαιμονιζη
δαιμονίζεται
δαιμονιζομεθα
δαιμονιζεσθε
δαιμονιζονται

Usage in Biblical Text