1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δακτύλιος

δακτύλιος

Word
δακτύλιος, -ου, ὁ (daktulios)
Gloss
  • ring
  • finger ring
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1146
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
δα·κτύ·λι·ος da·ktu·li·os

Noun Forms

Singular
δακτύλιος
τοῦ δακτυλίου
τῷ δακτυλίῳ
τόν δακτύλιον
Plural
οἱ δακτύλιοι
τῶν δακτυλίων
τοῖς δακτυλίοις
τούς δακτυλίους

Usage in Biblical Text

Example Pictures