1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δανειστής

δανειστής

Word
δανειστής, ὁ (daneistēs)
Gloss
  • lender
  • creditor
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1157
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
Syllables
δα·νει·στής da·nei·stēs

Noun Forms

Singular
δανειστής
τοῦ δανειστοῦ
τῷ δανειστῇ
τόν

Usage in Biblical Text