1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δαπάνη

δαπάνη

Word
δαπάνη, -ης, ἡ (dapanē)
Gloss
  • cost
  • expense
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1160
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
δα·πά·νη da·pa·nē

Noun Forms

Singular
δαπάνη
τῆς δαπανης
τῇ δαπανη
τήν δαπάνην
Plural
αἱ δαπαναι
τῶν δαπανων
ταῖς δαπαναις
τάς δαπάνας

Usage in Biblical Text