1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δειλός

δειλός

Word
δειλός, -ή, -όν (deilos)
Gloss
  • cowardly
  • timid
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1169
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3
Syllables
δει·λός dei·los

Adjective Forms

Masculine
δειλός
δειλοῦ
δειλω
δειλον
δειλοί
δειλων
δειλοῖς
δειλούς
Feminine
δειλή
δείλης
δειλα
δειλαν
δειλαι
δειλων
δειλαῖς
δειλας
Neuter
δειλόν
δειλου
δειλω
δειλον
δειλα
δειλων
δειλοις
δειλα