1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δεινός

δεινός

Word
δεινός, -ή, -όν (deinos)
Gloss
  • terrible
  • fearful
  • marvellous
  • strange
Part of Speech
Adjective
Syllables
δει·νός dei·nos

Adjective Forms

Masculine
δεινος
δεινου
δεινω
δεινός
δεινοι
δεινων
δεινοις
δεινους