1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δεκτός

δεκτός

Word
δεκτός, -ή, -όν (dektos)
Gloss
  • acceptable
  • welcome
  • accepted
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1184
Word Frequency
  • Byzantine NT: 5
  • Nestle 1904: 5
Syllables
δε·κτός de·ktos

Adjective Forms

Masculine
δεκτός
δεκτοῦ
δεκτῷ
δεκτόν
δεκτοί
δεκτῶν
δεκτοις
δεκτους
Feminine
δεκτή
δεκτας
δεκτα
δεκτήν
δεκταί
δεκτων
δεκταις
δεκτας
Neuter
δεκτόν
δεκτου
δεκτω
δεκτόν
δεκτά
δεκτων
δεκτοις
δεκτά