1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δεξιολάβος

δεξιολάβος

Word
δεξιολάβος, -ου, ὁ (dexiolabos)
Gloss
  • bowman
  • slinger
  • spearman
Part of Speech
Noun
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
Syllables
δε·ξι·ο·λά·βος de·xi·o·la·bos

Noun Forms

Singular
δεξιολάβος
τοῦ δεξιολαβου
τῷ δεξιολαβω
τόν δεξιολαβον
Plural
οἱ δεξιολαβοι
τῶν δεξιολαβων
τοῖς δεξιολαβοις
τούς δεξιολάβους