1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δεῖγμα

δεῖγμα

Word
δεῖγμα, -τος, τό (deigma)
Gloss
  • proof
  • example
  • type
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1164
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1
Syllables
δεῖγ·μα deig·ma

Noun Forms

Singular
τό δεῖγμα
τοῦ δειγματος
τῷ δειγματι
τό δεῖγμα

Usage in Biblical Text