Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διάστημα

διάστημα

Word
διάστημα, -τος, τό
Transliteration
diastēma
Gloss
  • interval
  • interval of time
Strongs Number
  • 1292

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Noun Forms

τοδιάστημα
τουδιαστήματος
τῳδιαστήματι
τοδιάστημα
ταδιάστηματα
τουδιαστημάτων
τῳδιάστημασιν
ταδιάστηματα