Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διάταγμα

διάταγμα

Word
διάταγμα, -τος, τό
Transliteration
diatagma
Gloss
  • edict
  • command
  • mandate
  • decree
Strongs Number
  • 1297

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Noun Forms

τοδιάταγμα
τουδιατάγματος
τῳδιάταγματι
τοδιαταγμα
ταδιάταγματα
τουδιάταγματων
τῳδιάταγμασιν
ταδιατάγματα