Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διάφορος

διάφορος

Word
διάφορος, -ον:various, different, excellent, differing:
Transliteration
diaphoros
Gloss
  • various
  • different
  • excellent
  • differing
Strongs Number
  • 1313

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Adjective Forms

Masculine
διάφορος
διαφόρου
διάφορῳ
διάφορον
διάφοροι
διαφόρων
διαφοροις
διάφορους
Feminine
διάφορος
διαφορωτερας
διάφορῳ
διάφορον
διάφοροι
διάφορων
διάφοροις
διάφορους
Neuter
διάφορον
διαφόρου
διάφορῳ
διάφορον
διάφορα
διαφόρων
διάφοροις
διάφορα