Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διατάσσω

διατάσσω

Word
διατάσσω
Transliteration
diatassō
Gloss
  • command
  • give orders to
  • prescribe
Strongs Number
  • 1299

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Verb Forms

Present
διατάσσω
διατάσσεις
διατάσσει
διατάσσομεν
διατάσσετε
διατάσσουσιν
Future
διατάσσσω
διατάσσσεις
διατάσσσει
διατάσσσομεν
διατάσσσετε
διατάσσσουσιν
Aorist
διεταξα
εδιατάσσσας
διεταξεν
εδιατάσσσαμεν
εδιατάσσσατε
εδιατάσσσαν
Imperfect
εδιατάσσον
εδιατάσσες
εδιατάσσεν
εδιατάσσομεν
εδιατάσσετε
εδιατάσσον