Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διαχειρίζομαι

διαχειρίζομαι

Word
διαχειρίζομαι
Transliteration
diacheirizomai
Gloss
  • lay violent hands on
  • put to death
  • lay my hands upon
  • slay
  • kill
Strongs Number
  • 1315

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Verb Forms

Present
διαχειρίζω
διαχειρίζεις
διαχειρίζει
διαχειρίζομεν
διαχειρίζετε
διαχειρίζουσιν
Future
διαχειρίσω
διαχειρίσεις
διαχειρίσει
διαχειρίσομεν
διαχειρίσετε
διαχειρίσουσιν
Aorist
εδιαχειρίσα
εδιαχειρίσας
εδιαχειρίσεν
εδιαχειρίσαμεν
εδιαχειρίσατε
εδιαχειρίσαν
Imperfect
εδιαχειρίζον
εδιαχειρίζες
εδιαχειρίζεν
εδιαχειρίζομεν
εδιαχειρίζετε
εδιαχειρίζον