Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διαχωρίζω

διαχωρίζω

Word
διαχωρίζω
Transliteration
diachōrizō
Gloss
  • part
  • separate entirely

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Verb Forms

Present
διαχωρίζω
διαχωρίζεις
διαχωρίζει
διαχωρίζομεν
διαχωρίζετε
διαχωρίζουσιν
Future
διαχωρίσω
διαχωρίσεις
διαχωρίσει
διαχωρίσομεν
διαχωρίσετε
διαχωρίσουσιν
Aorist
εδιαχωρίσα
εδιαχωρίσας
εδιαχωρίσεν
εδιαχωρίσαμεν
εδιαχωρίσατε
εδιαχωρίσαν
Imperfect
εδιαχωρίζον
εδιαχωρίζες
εδιαχωρίζεν
εδιαχωρίζομεν
εδιαχωρίζετε
εδιαχωρίζον