Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διδακτικός

διδακτικός

Word
διδακτικός, -ή, -όν
Transliteration
didaktikos
Gloss
  • able to teach
  • apt to teach
Strongs Number
  • 1317

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Adjective Forms

Masculine
διδακτικος
διδακτικου
διδακτικῳ
διδακτικον
διδακτικοι
διδακτικων
διδακτικοις
διδακτικους
Feminine
διδακτικα
διδακτικας
διδακτικᾳ
διδακτικαν
διδακτικαι
διδακτικων
διδακτικαις
διδακτικας
Neuter
διδακτικον
διδακτικου
διδακτικῳ
διδακτικον
διδακτικα
διδακτικων
διδακτικοις
διδακτικα