Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διδακτός

διδακτός

Word
διδακτός, -ή, -όν
Transliteration
didaktos
Gloss
  • instructed
  • taught
Strongs Number
  • 1318

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Adjective Forms

Masculine
διδακτός
διδακτου
διδακτῳ
διδακτον
διδακτοί
διδακτων
διδακτοῖς
διδακτούς
Feminine
διδακτα
διδακτας
διδακτᾳ
διδακταν
διδακται
διδακτων
διδακταις
διδακτας
Neuter
διδακτον
διδακτου
διδακτῳ
διδακτον
διδακτα
διδακτων
διδακτοις
διδακτα