Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. δικαιοκρισία

δικαιοκρισία

Word
δικαιοκρισία, -ας, ἡ
Transliteration
dikaiokrisia
Gloss
  • righteous judgment
  • just judgment
Strongs Number
  • 1341

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Noun Forms

δικαιοκρισία
τηςδικαιοκρισιας
τῃδικαιοκρισίᾳ
τηνδικαιοκρισίαν
αἱδικαιοκρισίαι
τωνδικαιοκρισίων
ταιςδικαιοκρισίαις
ταςδικαιοκρισίας