Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διοδεύω

διοδεύω

Word
διοδεύω
Transliteration
diodeuō
Gloss
  • travel through
  • go about
  • journey through
Strongs Number
  • 1353

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Verb Forms

Present
διοδεύω
διοδεύεις
διοδεύει
διοδεύομεν
διοδεύετε
διοδεύουσιν
Future
διοδεύσω
διοδεύσεις
διοδεύσει
διοδεύσομεν
διοδεύσετε
διοδεύσουσιν
Aorist
εδιοδεύσα
εδιοδεύσας
εδιοδεύσεν
εδιοδεύσαμεν
εδιοδεύσατε
εδιοδεύσαν
Imperfect
εδιοδεύον
εδιοδεύες
διωδευεν
εδιοδεύομεν
εδιοδεύετε
εδιοδεύον