Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. διόρθωμα

διόρθωμα

Word
διόρθωμα, -τος, τό
Transliteration
diorthōma
Gloss
  • improvement
  • reform

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Noun Forms

τοδιόρθωμα
τουδιόρθωματος
τῳδιόρθωματι
τοδιόρθωματα
ταδιόρθωματα
τουδιόρθωματων
τῳδιόρθωμασιν
ταδιόρθωματα