Biblical Greek Dictionary

  1. Dictionary
  2. δ
  3. δουλαγωγέω

δουλαγωγέω

Word
δουλαγωγέω
Transliteration
doulagōgeō
Gloss
  • enslave
  • subjugate
Strongs Number
  • 1396

Dictionary pages are a work in progress. Please note that the declension tables are not yet completely accurate. Check back soon.

Verb Forms

Present
δουλαγωγῶ
δουλαγωγεῖς
δουλαγωγεῖ
δουλαγωγοῦμεν
δουλαγωγεῖτε
δουλαγωγοῦσιν
Future
δουλαγωγήσω
δουλαγωγήσεις
δουλαγωγήσει
δουλαγωγήσομεν
δουλαγωγήσετε
δουλαγωγήσουσιν
Aorist
εδουλαγωγήσα
εδουλαγωγήσας
εδουλαγωγήσεν
εδουλαγωγήσαμεν
εδουλαγωγήσατε
εδουλαγωγήσαν
Imperfect
εδουλαγωγουν
εδουλαγωγεις
εδουλαγωγει
εδουλαγωγοῦμεν
εδουλαγωγεῖτε
εδουλαγωγουν