1. Dictionary
  2. δυνατός

δυνατός

Word
δυνατός, -ή, -όν (dunatos)
Gloss
  • powerful
  • possible
  • able
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 1415
Word Frequency
  • Nestle 1904: 32
  • Byzantine NT: 36

Adjective Forms

Masculine
δυνατός
δυνατοῦ
δυνατῳ
δυνατόν
δυνατοί
δυνατῶν
δυνατοῖς
δυνατούς
Feminine
δυνατή
δυνατας
δυνατᾳ
δυναταν
δυναται
δυνατων
δυναταις
δυνατας
Neuter
δυνατόν
δυνατου
δυνατῳ
δυνατόν
δυνατά
δυνατῶν
δυνατοις
δυνατά

Usage in Biblical Text