1. Home
  2. Dictionary
  3. δ
  4. δύναμις

δύναμις

Word
δύναμις, -εως, ἡ (dunamis)
Gloss
  • power
  • might
  • marvelous works
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 1411
Word Frequency
  • Nestle 1904: 119
  • Byzantine NT: 120

Noun Forms

Singular
δύναμίς
τῆς δυνάμεως
τῃ δυνάμει
τήν δύναμίν
Plural
αἱ δυνάμεις
τῶν δυνάμεων
ταῖς δυνάμεσίν
τάς δυνάμεις

Usage in Biblical Text