1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὐμετάδοτος

εὐμετάδοτος

Word
εὐμετάδοτος, -ον (eumetadotos)
Gloss
  • generous
  • willingly sharing
  • ready to impart
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2130
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1
Syllables
εὐ·με·τά·δο·τος
eu·me·ta·do·tos

Adjective Forms

Masculine
ευμεταδοτος
ευμεταδοτου
ευμεταδοτω
ευμεταδοτον
ευμεταδοτοι
ευμεταδοτων
ευμεταδοτοις
εὐμεταδότους

Usage in Biblical Text