1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὐνουχίζω

εὐνουχίζω

Word
εὐνουχίζω (eunouchizō)
Gloss
  • make a eunuch of
  • castrate
  • emasculate
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 2134
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 2
Syllables
εὐ·νου·χί·ζω eu·nou·chi·zō

Verb Forms

Aorist
Active
ηυνουχισα
ηυνουχισας
ηυνουχισεν
ηυνουχισαμεν
ηυνουχισατε
εὐνούχισαν
Aorist
Passive
ηυνουχιζθην
ηυνουχιζθης
ηυνουχιζθη
ηυνουχιζθημεν
ηυνουχιζθητε
εὐνουχίσθησαν