1. Dictionary
  2. ε
  3. εὐνοῦχος

Search Bible Vocabulary

εὐνοῦχος

εὐνοῦχος
τουεὐνούχου
τῳεὐνούχῳ
τονεὐνοῦχον
οἱεὐνοῦχοι
τωνεὐνούχων
τοιςεὐνούχοις
τουςεὐνούχους