1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὐπερίστατος

εὐπερίστατος

Word
εὐπερίστατος, -ον (euperistatos)
Gloss
  • easily ensnaring
  • easily entangling
  • easily encircling
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2139
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Adjective Forms

Feminine
ευπεριστατος
ευπεριστατου
ευπεριστατω
εὐπερίστατον
ευπεριστατοι
ευπεριστατων
ευπεριστατοις
ευπεριστατους

Usage in Biblical Text