1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὐπορέω

εὐπορέω

Word
εὐπορέω (euporeō)
Gloss
  • have means
  • am prosperous
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 2141
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Verb Forms

Aorist
Active
ηυπορησα
ηυπορησας
εὐπόρησεν
ηυπορησαμεν
ηυπορησατε
ηυπορησαν
Imperfect
Middle
ηυπορεομην
ηυπορεου
εὐπορεῖτό
ηυπορεομεθα
ηυπορεεσθε
ηυπορεοντο
Subjunctive
Aorist
εὐπορηθῇ

Usage in Biblical Text