1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὐπρέπεια

εὐπρέπεια

Word
εὐπρέπεια, -ας, ἡ (euprepeia)
Gloss
  • beauty
  • loveliness
  • gracefulness
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2143
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
εὐπρέπεια
τῆς εὐπρεπείας
τῃ εὐπρεπείᾳ
τήν εὐπρέπειαν
Plural
αἱ ευπρεπειαι
τῶν ευπρεπειων
ταῖς εὐπρεπείαις
τάς ευπρεπειας

Usage in Biblical Text