1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὐπρόσδεκτος

εὐπρόσδεκτος

Word
εὐπρόσδεκτος, -ον (euprosdektos)
Gloss
  • acceptable
  • well-received
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2144
Word Frequency
  • Nestle 1904: 5
  • Byzantine NT: 5

Adjective Forms

Masculine
εὐπρόσδεκτος
ευπροσδεκτου
ευπροσδεκτω
ευπροσδεκτον
ευπροσδεκτοι
ευπροσδεκτων
ευπροσδεκτοις
ευπροσδεκτους
Feminine
εὐπρόσδεκτος
ευπροσδεκτου
ευπροσδεκτω
ευπροσδεκτον
ευπροσδεκτοι
ευπροσδεκτων
ευπροσδεκτοις
εὐπροσδέκτους