1. Dictionary
  2. ε
  3. εὐπρόσεδρος

Search Bible Vocabulary

εὐπρόσεδρος

MasculineFeminineNeuter
εὐπρόσεδροςεὐπρόσεδροςεὐπρόσεδρον
εὐπρόσεδρουεὐπρόσεδρουεὐπρόσεδρου
εὐπρόσεδρῳεὐπρόσεδρῳεὐπρόσεδρῳ
εὐπρόσεδρονεὐπρόσεδρονεὐπρόσεδρον
εὐπρόσεδροιεὐπρόσεδροιεὐπρόσεδρα
εὐπρόσεδρωνεὐπρόσεδρωνεὐπρόσεδρων
εὐπρόσεδροιςεὐπρόσεδροιςεὐπρόσεδροις
εὐπρόσεδρουςεὐπρόσεδρουςεὐπρόσεδρα