1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὐπρόσεδρος

εὐπρόσεδρος

Word
εὐπρόσεδρος, -ον (euprosedros)
Gloss
  • devoted
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2145
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1

Adjective Forms

Neuter
ευπροσεδρον
ευπροσεδρου
ευπροσεδρω
εὐπρόσεδρον
ευπροσεδρα
ευπροσεδρων
ευπροσεδροις
ευπροσεδρα

Usage in Biblical Text