1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὐρύχωρος

εὐρύχωρος

Word
εὐρύχωρος, -ον (euruchōros)
Gloss
  • broad
  • spacious
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2149
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Adjective Forms

Masculine
εὐρύχωρος
ευρυχωρου
εὐρυχώρῳ
εὐρύχωρον
εὐρύχωροι
ευρυχωρων
ευρυχωροις
ευρυχωρους
Feminine
εὐρύχωρος
ευρυχωρου
εὐρυχώρῳ
ευρυχωρον
ευρυχωροι
ευρυχωρων
ευρυχωροις
ευρυχωρους
Neuter
ευρυχωρον
ευρυχωρου
εὐρυχώρῳ
εὐρύχωρον
ευρυχωρα
ευρυχωρων
ευρυχωροις
ευρυχωρα

Usage in Biblical Text