1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὐχάριστος

εὐχάριστος

Word
εὐχάριστος, -ον (eucharistos)
Gloss
  • thankful
  • grateful
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2170
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Adjective Forms

Masculine
ευχαριστος
ευχαριστου
ευχαριστω
ευχαριστον
εὐχάριστοι
ευχαριστων
ευχαριστοις
ευχαριστους
Feminine
εὐχάριστος
ευχαριστου
ευχαριστω
ευχαριστον
ευχαριστοι
ευχαριστων
ευχαριστοις
ευχαριστους

Usage in Biblical Text