1. Dictionary
  2. ε
  3. εὐώνυμος

Search Bible Vocabulary

εὐώνυμος

MasculineFeminineNeuter
εὐώνυμοςεὐώνυμοςεὐώνυμον
εὐώνυμουεὐωνύμουεὐώνυμου
εὐώνυμῳεὐώνυμῳεὐώνυμῳ
εὐώνυμονεὐώνυμονεὐώνυμον
εὐώνυμοιεὐώνυμοιεὐώνυμα
εὐωνύμωνεὐώνυμωνεὐωνύμων
εὐώνυμοιςεὐώνυμοιςεὐώνυμοις
εὐώνυμουςεὐώνυμουςεὐώνυμα