1. Dictionary
  2. ε
  3. εὔσημος

Search Bible Vocabulary

εὔσημος

MasculineFeminineNeuter
εὔσημοςεὔσημοςεὔσημον
εὔσημουεὔσημουεὔσημου
εὔσημῳεὔσημῳεὔσημῳ
εὔσημονεὔσημονεὔσημον
εὔσημοιεὔσημοιεὔσημα
εὔσημωνεὔσημωνεὔσημων
εὔσημοιςεὔσημοιςεὔσημοις
εὔσημουςεὔσημουςεὔσημα