1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὔσημος

εὔσημος

Word
εὔσημος, -ον (eusēmos)
Gloss
  • clear
  • distinct
  • with clear meaning
  • intelligible
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2154
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Adjective Forms

Masculine
ευσημος
ευσημου
ευσημω
εὔσημον
ευσημοι
ευσημων
ευσημοις
ευσημους

Usage in Biblical Text