1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὔσπλαγχνος

εὔσπλαγχνος

Word
εὔσπλαγχνος, -ον (eusplagchnos)
Gloss
  • tender-hearted
  • merciful
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2155
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2

Adjective Forms

Masculine
εὔσπλαγχνος
ευσπλαγχνου
ευσπλαγχνω
ευσπλαγχνον
εὔσπλαγχνοι
ευσπλαγχνων
ευσπλαγχνοις
ευσπλαγχνους

Usage in Biblical Text