1. Dictionary
  2. ε
  3. εὔχρηστος

Search Bible Vocabulary

εὔχρηστος

MasculineFeminineNeuter
εὔχρηστοςεὔχρηστοςεὔχρηστον
εὔχρηστουεὔχρηστουεὔχρηστου
εὔχρηστῳεὔχρηστῳεὔχρηστῳ
εὔχρηστονεὔχρηστονεὔχρηστον
εὔχρηστοιεὔχρηστοιεὔχρηστα
εὔχρηστωνεὔχρηστωνεὔχρηστων
εὔχρηστοιςεὔχρηστοιςεὔχρηστοις
εὔχρηστουςεὔχρηστουςεὔχρηστα