1. Home
  2. Dictionary
  3. ε
  4. εὔχρηστος

εὔχρηστος

Word
εὔχρηστος, -ον (euchrēstos)
Gloss
  • useful
  • serviceable
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2173
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Adjective Forms

Masculine
εὔχρηστος
ευχρηστου
ευχρηστω
εὔχρηστον
ευχρηστοι
ευχρηστων
ευχρηστοις
ευχρηστους
Neuter
εὔχρηστον
ευχρηστου
ευχρηστω
εὔχρηστον
ευχρηστα
ευχρηστων
ευχρηστοις
ευχρηστα

Usage in Biblical Text