1. Home
  2. Dictionary
  3. ζ
  4. ζεστός

ζεστός

Word
ζεστός, -ή, -όν (zestos)
Gloss
  • hot
  • boiling hot
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2200
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Adjective Forms

Masculine
ζεστός
ζεστου
ζεστω
ζεστον
ζεστοι
ζεστων
ζεστοις
ζεστους