1. Home
  2. Dictionary
  3. ζ
  4. ζευκτηρία

ζευκτηρία

Word
ζευκτηρία, -ας, ἡ (zeuktēria)
Gloss
  • band
  • rope
  • fastening
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2202
Word Frequency
  • Byzantine NT: 1
  • Nestle 1904: 1

Noun Forms

Plural
αἱ ζευκτηριαι
τῶν ζευκτηριων
ταῖς ζευκτηριαις
τάς ζευκτηρίας

Usage in Biblical Text