1. Home
  2. Dictionary
  3. ζ
  4. ζεῦγος

ζεῦγος

Word
ζεῦγος, -ους, τό (zeugos)
Gloss
  • yoke
  • team
  • pair
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2201
Word Frequency
  • Nestle 1904: 2
  • Byzantine NT: 2

Noun Forms

Singular
τό ζεῦγος
τοῦ ζεύγους
τῳ ζευγι
τό ζεῦγος
Plural
τά ζεύγη
τῶν ζευγων
τοῖς ζευξιν
τά ζεύγη

Usage in Biblical Text