1. Home
  2. Dictionary
  3. ζ
  4. ζιζάνιον

ζιζάνιον

Word
ζιζάνιον, -ου, τό (zizanion)
Gloss
  • tare
  • spurious wheat
  • darnel
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2215
Word Frequency
  • Nestle 1904: 8
  • Byzantine NT: 8

Noun Forms

Singular
τό ζιζάνιον
τοῦ ζιζανιου
τῳ ζιζανιω
τό ζιζάνιον
Plural
τά ζιζάνια
τῶν ζιζανίων
τοῖς ζιζανιοις
τά ζιζάνια