1. Home
  2. Dictionary
  3. ζ
  4. ζῳογονέω

ζῳογονέω

Word
ζῳογονέω (zōogoneō)
Gloss
  • preserve alive
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 2225
Word Frequency
  • Byzantine NT: 2
  • Nestle 1904: 3
Syllables
ζω·ͅο·γο·νέ·ω zō·o·go·ne·ō

Verb Forms

Present
Active
ζῳογονῶ
ζωογονεις
ζωογονει
ζωογονουμεν
ζωογονειτε
ζωογονουσιν
Future
Active
ζωογονησω
ζωογονησεις
ζωογονήσει
ζωογονησομεν
ζωογονησετε
ζωογονησουσιν
Infinitive
Present
ζῳογονεῖσθαι

Usage in Biblical Text