1. Home
  2. Dictionary
  3. ζ
  4. ζῳοποιέω

ζῳοποιέω

Word
ζῳοποιέω (zōopoieō)
Gloss
  • make alive
  • make to live
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 2227
Word Frequency
  • Nestle 1904: 11
  • Byzantine NT: 12

Verb Forms

Present
Active
ζωοποιω
ζωοποιεις
ζωοποιεῖ
ζωοποιουμεν
ζωοποιειτε
ζωοποιουσιν
Future
Active
ζωοποιησω
ζωοποιησεις
ζωοποιήσει
ζωοποιησομεν
ζωοποιησετε
ζωοποιησουσιν
Present
Middle/Passive
ζωοποιεομαι
ζωοποιεη
ζωοποιεῖται
ζωοποιεομεθα
ζωοποιεεσθε
ζωοποιεονται
Future
Passive
ζωοποιηθησομαι
ζωοποιηθηση
ζωοποιηθησεται
ζωοποιηθησομεθα
ζωοποιηθησεσθε
ζωοποιηθήσονται
Infinitive
Aorist
ζωοποιῆσαι

Usage in Biblical Text