1. Dictionary
  2. θ
  3. θάμβος

Search Bible Vocabulary

θάμβος

τοθάμβος
τουθάμβους
τῳθάμβῳ
τοθάμβον
ταθάμβοι
τουθάμβων
τῳθάμβοις
ταθάμβους