1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θάμβος

θάμβος

Word
θάμβος, -ους, τό (thambos)
Gloss
  • amazement
  • astonishment
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2285
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
τό θάμβος
τοῦ θάμβους
τῳ θαμβι
τό θάμβος
Plural
τά θάμβοι
τῶν θαμβων
τοῖς θαμψιν
τά θάμβοι