1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θέλημα

θέλημα

Word
θέλημα, -τος, τό (thelēma)
Gloss
  • will
  • wish
  • desire
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2307
Word Frequency
  • Byzantine NT: 64
  • Nestle 1904: 62

Noun Forms

Singular
τό θέλημα
τοῦ θελήματος
τῳ θελήματι
τό θέλημα
Plural
τά θελήματα
τῶν θεληματων
τοῖς θελήμασιν
τά θελήματα

Usage in Biblical Text