1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θέρος

θέρος

Word
θέρος, -ους, τό (theros)
Gloss
  • summer
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2330
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 3

Noun Forms

Singular
τό θέρος
τοῦ θέρους
τῳ θέρει
τό θέρος