1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θανατηφόρος

θανατηφόρος

Word
θανατηφόρος, -ον:death-bringing, deadly: (thanatēphoros)
Gloss
  • death-bringing
  • deadly
Part of Speech
Adjective
Strongs Number
  • 2287
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Adjective Forms

Masculine
θανατηφορος
θανατηφόρου
θανατηφορω
θανατηφορον
θανατηφόροι
θανατηφορων
θανατηφοροις
θανατηφορους
Feminine
θανατηφόρος
θανατηφορου
θανατηφορω
θανατηφόρον
θανατηφοροι
θανατηφορων
θανατηφοροις
θανατηφορους

Usage in Biblical Text