1. Dictionary
  2. θ
  3. θανατηφόρος

Search Bible Vocabulary

θανατηφόρος

MasculineFeminineNeuter
θανατηφόροςθανατηφόροςθανατηφόρον
θανατηφορουθανατηφόρουθανατηφόρου
θανατηφόρῳθανατηφόρῳθανατηφόρῳ
θανατηφόρονθανατηφόρονθανατηφόρον
θανατηφόροιθανατηφόροιθανατηφόρα
θανατηφόρωνθανατηφόρωνθανατηφόρων
θανατηφόροιςθανατηφόροιςθανατηφόροις
θανατηφόρουςθανατηφόρουςθανατηφόρα