1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θεράπων

θεράπων

Word
θεράπων, -οντος, ὁ (therapōn)
Gloss
  • attendant
  • servant
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2324
Word Frequency
  • Nestle 1904: 1
  • Byzantine NT: 1

Noun Forms

Singular
θεράπων
τοῦ θεράποντος
τῳ θεράποντί
τόν θεράποντά
Plural
οἱ θεράποντές
τῶν θεραπόντων
τοῖς θεράπουσιν
τούς θεράποντάς

Usage in Biblical Text