1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θερίζω

θερίζω

Word
θερίζω (therizō)
Gloss
  • reap
  • gather
Part of Speech
Verb
Strongs Number
  • 2325
Word Frequency
  • Nestle 1904: 21
  • Byzantine NT: 21

Verb Forms

Present
Active
θερίζω
θερίζεις
θεριζει
θεριζομεν
θεριζετε
θερίζουσιν
Future
Active
θερισω
θερισεις
θερίσει
θερίσομεν
θερισετε
θεριοῦσιν
Imperfect
Active
εθεριζον
εθεριζες
εθεριζεν
εθεριζομεν
εθεριζετε
ἐθέριζον
Aorist
Active
εθερισα
εθερισας
εθερισεν
εθερισαμεν
εθερισατε
ἐθέρισαν
Aorist
Passive
εθεριζθην
εθεριζθης
ἐθερίσθη
εθεριζθημεν
εθεριζθητε
εθεριζθησαν
Subjunctive
Present
θερίζητε
θερίζωσιν
Subjunctive
Aorist
θερίσῃς
θερισθῇ
Imperative
Aorist
θέρισον
Infinitive
Present
θερίζειν
Infinitive
Aorist
θερίσαι

Usage in Biblical Text