1. Home
  2. Dictionary
  3. θ
  4. θεραπεία

θεραπεία

Word
θεραπεία, -ας, ἡ (therapeia)
Gloss
  • treatment
  • healing
  • servants
  • care
  • attention
Part of Speech
Noun
Strongs Number
  • 2322
Word Frequency
  • Nestle 1904: 3
  • Byzantine NT: 4

Noun Forms

Singular
θεραπεία
τῆς θεραπείας
τῃ θεραπεια
τήν θεραπείαν